γευστικοῦ

γευστικός
of
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γευστικότητα — η η ιδιότητα τού γευστικού, η νοστιμιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < γευστικός. Η λ. (στον λόγιο τ.) γευστικότης μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.